Ένα γκολ του Μέσι πριν, ένα τσιγάρο μετά

Το σημερινό el classico είναι ιδανική αφορμή για να μιλήσουμε για την απόλαυση που προσφέρουν οι ξεχωριστές ποδοσφαιρικές στιγμές.

Γιάννης Τσαούσης

Όσο μεγαλώνεις, το ποδόσφαιρο παύει να είναι απόλαυση και γίνεται (κάφρικη ενίοτε) συνήθεια. Μέχρι τότε όμως, αν το έχεις αγαπήσει, πιθανότατα το έχεις απολαύσει κιόλας. Σε πρώτη φάση, στα παιδικά χρόνια, βλέπεις και ξεπατικώνεις. Και είναι ύψιστη απόλαυση να καρφώνεις την μπάλα στο «Γ» του πάρκινγκ της πυλωτής στο παιχνίδι με τα παιδιά της πολυκατοικίας. Αργότερα, στην εφηβεία, δένεσαι. Νιώθεις μέρος μιας μικρής κοινωνίας, παρακολουθείς, ενημερώνεσαι, ταυτίζεσαι και απολαμβάνεις τις νίκες της ομάδας σαν δικές σου. Ακόμα και οι αποτυχίες της εμπεριέχουν ένα είδος μαζοχιστικής «απόλαυσης», γιατί ξέρεις ότι τον πόνο που αισθάνεσαι τον μοιράζεστε πολλοί, οι ομοιοπαθείς.

Κάπου μετά την ενηλικίωση αρχίζεις να εμβαθύνεις. Τόσο στο πρακτικό κομμάτι, όσο και στο αισθητικό. Επιτέλους κατανοείς σιγά σιγά γιατί πράγματα στο γήπεδο γίνονται με τον τρόπο που γίνονται, τι ρόλο έχει κάθε παίκτης στην αγωνιστική αρμονία της ομάδας, πώς ξεχωρίζεις έναν αρτίστα από έναν αδιάφορο, τι διαφορά κάνει ο χρήσιμος σε σχέση με τον «κορδελάκια». Νιώθεις λίγο παραπάνω τον προπονητή, τον ρόλο του, αντιλαμβάνεσαι τη δυσκολία της προσπάθειας εναρμόνισης σε κάθε αγώνα τόσων διαφορετικών προσωπικοτήτων. Κατανοείς γιατί και πώς ο χαρακτήρας ή/και η ψυχολογία κάθε παίκτη μπορεί να απογειώσει ή να καταβαραθρώσει το όποιο ποδοσφαιρικό του ταλέντο.

Μεγαλώνεις κι άλλο και το ποδόσφαιρο εξακολουθεί να είναι τέχνη, μα πάντα γήινη. Πολύπλοκη μέσα στην απλότητά της.

Την ίδια στιγμή βλέπεις καλύτερα και τη μαγεία της απλότητας να ξεδιπλώνεται. Τα μάτια και το μυαλό σου δεν χορταίνουν πια με ένα «σομπρέρο» ή μια «ραμπόνα» ‒πόσο μάλλον με ένα γκολ-οφσάιντ που δίνει τη νίκη στην ομάδα σου στο 90+3΄‒, αλλά απολαμβάνουν την κίνηση στον χώρο, μια κάθετη που πέρασε ανάμεσα σε 5-6 αντιπάλους και έβγαλε τετ α τετ, μια προσποίηση που πάγωσε τον χρόνο. Την ανθρώπινη γεωμετρία, τη «σταυροβελονιά» στο πεπερασμένο αυτό ορθογώνιο παραλληλόγραμμο.

Μεγαλώνεις κι άλλο και το ποδόσφαιρο εξακολουθεί να είναι τέχνη, μα πάντα γήινη. Πολύπλοκη μέσα στην απλότητά της. Τόσο απλό, που η δημοκρατία του να δίνει σε όλους το δικαίωμα να ονειρευτούν να κάνουν καριέρα, και μερικές φορές τόσο πολύπλοκο, που μπροστά του ο «Κήπος των επίγειων απολαύσεων» του Ιερώνυμου Μπος μοιάζει με νηπιακή μουτζούρα σε μπλοκ ζωγραφικής.

Από μια φάση της ζωής και μετά παρακολουθείς ποδόσφαιρο επιλεκτικά. Είναι το γλυκό πια, όχι το κυρίως γεύμα. Αλλά ξέρεις τι θα δεις, δεν αναλώνεσαι. Διαλέγεις τα ποιοτικά καλύτερα, αυτά που κάτι έχουν ακόμα να σου δώσουν διαφορετικό από αυτά που ήδη έχεις ενσωματωμένα. Κυρίως για να κρατάς επαφή με την πρότερη συγκίνηση, με την ελπίδα κάπου να βρεις και λίγη ακόμα, φρέσκια. Να σωριάζεται παρέα με τις άλλες, τις παλιές, και να μεστώνει μαζί τους μέχρι να κοινωνηθεί. Γιατί τι νόημα θα είχε όλο αυτό ως προσωπική πορεία ζωής για τον καθένα μας αν δεν μπορούσαμε κάπως να μοιραστούμε όλη αυτή την απόλαυση; Η αφήγησή της είναι που τη ζωντανεύει ξανά, η καταγραφή της, η προσπάθεια ‒νοητά‒ να επιστρέψουμε σε αυτό που μας έδωσε χαρά και να το ξαναζήσουμε.

Από μια φάση της ζωής και μετά παρακολουθείς ποδόσφαιρο επιλεκτικά. Είναι το γλυκό πια, όχι το κυρίως γεύμα.

Αυτός είναι ο δρόμος της εξωτερίκευσης που περπατάνε όσοι τη δεκαετία του ’60 είδαν με τα μάτια τους τον ασταμάτητο Πελέ, τους Γκαρίντσα, Εουσέμπιο και Μπεστ να ξεφτιλίζουν αμυντικούς με τη σέσουλα και τον Γιασίν να πιάνει τα άπιαστα. Αυτός είναι ο τρόπος που βρίσκουν όσοι τη δεκαετία του ’70 είδαν με τα μάτια τους την Εθνική Ολλανδίας και τον Άγιαξ του Κρόιφ να επανορίζουν το άθλημα, τον Μπεκενμπάουερ να διαφεντεύει το γήπεδο από την άμυνα ή τον Χατζηπαναγή να κάνει τη μία «υδραυλική» ντρίμπλα μετά την άλλη. Αυτό είναι το αποτύπωμα που άφησε η δεκαετία του ’80 σε όσους είδαν με τα μάτια τους τον «κοσμικό χαρταετό» Ντιέγκο να πετάει ανάμεσα στους Άγγλους αμυνόμενους, τον Ζίκο και τον Πλατινί να «κρύβουν» την μπάλα σε ένα μέρος, τον Φραντσέσκολι και τη «Μίλαν των Ολλανδών» να την εμφανίζουν σε ένα άλλο. Ομοίως από τα ’90s μέχρι τις μέρες μας: ο αξεπέραστος Μπαρέζι, ο δυναμίτης Μπατιστούτα, ο μαέστρος Ζιντάν, ο χορευτής φαν Μπάστεν, ο Ρομάριο με τα «μυτάκια» του, ο υπερηχητικός Ρονάλντο, ο Λάουντρουπ, ο Ανρί, ο Μπάτζιο, ο Μπέργκαμπ, ο Χάτζι, ο Στόιτσκοφ, ο Ροναλντίνιο και, φυσικά, ο Μέσι, ο Κριστιάνο και τόσοι άλλοι.

Αυτή η μεταλαμπάδευση της ζωντανής ανάμνησης είναι που μετατρέπει την απόλαυση από στιγμιαία σε διαρκή, παντοτινή. Τα φωτισμένα μάτια και το ζωηρό ηχόχρωμα της περιγραφής. Η αγωνία της επιβεβαίωσης ότι «δεν μπορεί, θα το νιώσανε κι άλλοι». Η χαρά του να αποδεικνύεται ξανά και ξανά ότι οι στιγμές ποδοσφαιρικής απόλαυσης που κυλάνε μέσα σου, δεν χορταριάζουν ποτέ.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο τεύχος Ιανουάριος 2019 του ελληνικού Playboy.

**Ο Γιάννης Τσαούσης γεννήθηκε Μεγάλη Πέμπτη πρωί. Από τις δημοσιογραφικές σπουδές του θυμάται το χαϊκού του διευθυντή της σχολής στην οποία φοιτούσε «η ήσυχη λιμνούλα, ο βάτραχος πηδάει, ο ήχος του νερού». Ένα πρωί άκουσε τον δίχρονο γιο του να φωνάζει «μαλάκααα!» κι αμέσως μετά να συμπληρώνει «ο μπαμπάς». Ψυχολόγος θα γίνει, το πουλάκι μου.