O «ξάδελφός» μου, ο Φοίβος Δεληβοριάς

Μερικές σκέψεις για τα «Τραγούδια του Πεζοδρομίου», έτσι όπως τα ακούσαμε σε Κύτταρο και Gagarin 205.

Γιώργος Πολυμενέας | Φωτό: Δημήτρης Μακρής

Είναι μια νεαρή κοπέλα, όχι πάνω από 18 ή 19, έξω από τα καμαρίνια στο Κύτταρο και περιμένει τον Φοίβο για μια selfie. «Δεν σας ήξερα μέχρι πριν λίγο καιρό για να είμαι ειλικρινής. Από το αγόρι μου σας έμαθα, μου είχε στείλει ένα τραγούδι σας…», του συστήνεται. Το ακούς, και σχεδόν διακρίνεις πίσω από την κοπέλα την ντροπαλότητα να ρουφάει απολαυστικά ένα τσιγαράκι για όσο θα κρατήσει αυτή η σύντομη συνομιλία-γνωριμία. Μέχρι δηλαδή να γίνει και αυτή καπνός και να γίνει αναπόσπαστο μέρος μιας ανάμνησης. Το ακούς, και επιβεβαιώνεις την πίστη σου σε αυτή την αρχέγονη ιστορία όπου κάποιος ή κάποια θα βρει στους στίχους ενός τραγουδιού τα λόγια που δεν φτάνουν μέχρι το στόμα και θα τα στείλει σε έναν άλλο ή άλλη.

Τριάντα (!) χρόνια στη δισκογραφία και σχεδόν άλλα τόσα σε ζωντανές εμφανίσεις και συναυλίες, ο Δεληβοριάς έχει χτίσει πολλά τέτοια «καταφύγια» για όλους εμάς που δεν φτάνουν πάντα τα λόγια μας μέχρι τη γλώσσα. Έχει εξιστορήσει κάμποσες ιστορίες μέσα στις οποίες χωρέσαμε, ζήσαμε, ανασάναμε και περπατήσαμε κάθε σπιθαμή του κόσμου τους.

Μερικές εβδομάδες μετά, σε μια γωνιά στο Gagarin, στη συναυλία με την οποία ολοκληρωνόταν ο κύκλος των εμφανίσεων για τα «Τραγούδια του πεζοδρομίου», βλέποντας πιτσιρίκες και πιτσιρίκους να καψουρεύονται κανονικά «αυτή που περνάει» (σε μια ερμηνεία που πλέον κατέχει περίοπτη θέση στη συναυλιακή μυθολογία του Φοίβου λόγω του black out στα μισά του τραγουδιού), αναρωτιόμασταν πώς αντιμετωπίζει σήμερα ένα 19άρης τον Φοίβο. Να το μαθαίνει από τους γονείς του; Να τον αποκαλεί χαϊδευτικά «θείο Φοίβο»; Να λέει «Α! τον ακούει και μικρός αδελφός της μάνας μου;».

Για μένα πάντως ο Δεληβοριάς είναι κάπως σαν τον μεγάλο ξάδελφο που ποτέ δεν είχα. Ξέρεις ποιον ξάδελφο λέω. Αυτόν που όταν εσύ τελείωνες το Δημοτικό αυτός τελείωνε το Γυμνάσιο και τα είχε κάνει όλα πρώτος, τα είχε ακούσει πρώτος, τα είχε δει πρώτος. Και μέχρι να τα κάνεις, να τα ακούσεις, να τα ζήσεις και εσύ, εκείνος τα έχει ήδη αποκηρύξει. Είναι αυτός που θα σου μάθει την αγαπημένη σου μπάντα· θα πάει στα ουφάδικα· θα σε πάει μπουρδελότσαρκα· θα σου δείξει στα κρυφά εκείνο το Playboy με την Ισμήνη Καλέση· θα σε βάλει να δεις τα «Goonies» και τον «Stand by Me»· θα σου μιλάει για ώρες για εκείνο το καλοκαίρι που φίλησε την Μαίρη, κολλητή της αδελφής του και 2 χρόνια μεγαλύτερη· θα σε ανεβάσει στην ταράτσα για να κρυφοκοιτάξεις πίσω από την ηλιακό τη νεαρή φοιτήτρια που γδύνεται καθώς ετοιμάζεται να πάει για μπάνιο· θα σε πάει στο Metropolis για να αγοράσετε cd και στο μοναστηράκι για flight. Ναι, αυτός ο ξάδελφος είναι. Καμιά φορά λίγο επιτηδευμένος, πάντα γενναιόδωρος, πάντα με διάθεση να μοιραστεί μαζί σου.

Ο ξάδελφος μας στο ελληνικό τραγούδι είναι ο Φοίβος. Το αγαπά, το μελετά, το προσεγγίζει με την ωριμότητα ενός έμπειρου καλλιτέχνη και με την οργιώδη διάθεση ενός πρωτάρη. Δεν θέλει να μας ανεβάσει στους ώμους του για να δούμε μακρύτερα, θέλει να μας πάρει μέχρι εκεί κρατώντας μας από το χέρι και στη διαδρομή να μας μιλάει για ώρες για αυτά που τον συναπάρζουν. Ξέρεις, ο Φοίβος θα μπορούσε πολύ εύκολα να γίνει ο θεματοφύλακας μιας ολόκληρης γενιάς τραγουδοποιών: να στέκεται στο πρώτο τραπέζι των τηλεοπτικών εκπομπών, να τιμάται σε ειδικά αφιερώματα, να δέχεται και αναπαράγει εύκολες και βολικές κολακείες και να κρατάει τα κλειδιά ενός άτυπου «μουσείου της ελληνικής μουσικής».

Αντ’ αυτού όμως, είναι πάντα εκεί όπου οι τραγουδιστές και οι μπάντες ζουν: στις συναυλίες. Και μας κάνει συμμέτοχους σε αυτή την αγάπη για το ελληνικό τραγούδι  -όχι με υψωμένο φρύδι ή από την ασφάλεια μιας τηλεοπτικής εκπομπής, αλλά με ερμηνεία, με την αγωνία αν αυτή η εκτέλεση θα αρέσει ή θα συγκινήσει. Καταθέτει τη δική του ανάγνωση στην «Αγρύπνια» του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Μοιράζεται το παραγνωρισμένο «στο λίκνισμά σου» του Βασίλη Νικολαΐδη. Ενισχύει την από στόμα σε στόμα φήμη των Κόρε Ύδρο. Γίνεται αγωγός της διαδικτυακής φρενίτιδας με τους Χατζηφραγκέτα.

Τα «Τραγούδια του Πεζοδρόμιου» είναι μια ανοιχτή επιστολή όχι μόνο προς όσους τον επηρέασαν (κίνηση που όλοι οι καλλιτέχνες κάνουν κάποια στιγμή σε ένα άτυπο «κλείσιμο λογαριασμών»), αλλά και προς όσους τώρα θαυμάζει και γουστάρει να ακούει.

Ο Φοίβος στήνει και δημιουργεί εμπειρίες και αναμνήσεις και όχι απλώς συναυλίες. Ίσως για αυτό δίνει τόση προσοχή πλέον στους χώρους που θα προσφέρουν θαλπωρή στην καλλιτεχνική του συνθήκη. Η αθηναϊκή εκδοχή των τραγουδιών του Πεζοδρομίου φιλοξενήθηκε στο Κύτταρο και στο Gagarin, δύο χώρους με το δικό τους ιδιαίτερο αποτύπωμα στη συναυλιακή ιστορία της πόλης, τους δύο γίγαντες που τα βράδια ανασαίνουν κάτω την άσφαλτο των λιγότερο λαμπερών λεωφόρων της πρωτεύουσας. Για την  «Ταράτσα», δημιούργησε από το μηδέν έναν χώρο που δεν υπήρχε, ενώ βάζω στοίχημα ότι αν μπορούσε θα άνοιγε για ένα βράδυ το Αχ Μαρία και το Rodeo.

Και φυσικά, θα έστηνε το δικό του καλοκαιρινό πάρτυ στην Βουλιαγμένη: θα είχε μόλις βγάλει δίπλωμα, θα φόρτωνε στο αμάξι 5-6, θα περνούσε από σπίτι, θα με έβαζε στο πίσω κάθισμα και θα λέγε στη μάνα μου: «Μην ανησυχείς θεία, θα τον προσέχω εγώ». Πόσο ψέμα!