Δεκέμβριος (Τεύχος 225)
Community
wootafak
crazy58
juampy
ktsap66
boy75
Jumpertime
proestakis
s0bak0v0d
chtsip
CHRIS FOUNTIS
Nikosng
FUNEC
ANGEL9999
Horsepower
wapaul
Στάθης
mariossima
enzo21
STELIO64
thomas59
aris1971
kritonxan
Σύνολο μελών: 5765 | Εγγραφή
Πάνος Μουζουράκης
Bookmark and Share
19/09/2011
Πάνος Μουζουράκης

Την καταγωγή του Ομήρου τη διεκδικούν επτά πόλεις. Εσύ γεννήθηκες στην Ελβετία, μεγάλωσες στη Θεσσαλονίκη και έχεις την κατάληξη «-άκης» στο επώνυμο, που μυρίζει Κρήτη...
Ο πατέρας μου είναι από τα Χανιά. Από 0 μέχρι 8 ήμουν στην Ελβετία, από τα 8 μέχρι τα 22 στη Θεσσαλονίκη και από τα 22 μέχρι τα 32 στην Αθήνα.

Έχεις βιώματα από την Ελβετία;
Εντάξει, ό,τι θυμάσαι απ’ όταν είσαι 8 χρονών. Λίγο τα χρώματα, τις μυρωδιές – η μυρωδιά έχει την πιο ισχυρή ανάμνηση.

Θα μπορούσες να ζήσεις στην Ελβετία;
Όχι, δύσκολα. Νομίζω πως η Ελλάδα έχει πολύ περισσότερες χάρες. Δεν πα να χρωστάμε, να μας πηδάνε ή να μας έχουν στη μιζέρια... Αρκεί να θυμηθούμε πώς ζούσαμε πριν από 30-40 χρόνια σε επίπεδο νοοτροπίας. Ο εξευρωπαϊσμός μάς έκανε λίγο της αρπαχτής. Ξαφνικά μας ανάγκασαν να μας αρέσει το χρήμα και ξεφύγαμε.

Υπάρχει μια άποψη ότι οι «άλλοι» μας αλλοτρίωσαν με το εύκολο χρήμα: τις κάρτες, τα κάθε μορφής δάνεια...
Ήμασταν κι εύκολο θύμα. Καινούριο αμαξάκι, καινούρια διάφορα... Ήταν η πολιτεία και η κυβέρνηση που βοήθησαν σε μια τέτοια εξέλιξη.

Το πέρασμά σου από το ελβετικό στο ελληνικό σχολείο ήταν τραυματικό;
Ένιωθα λίγο το παιδάκι στην απέξω. Δεν είναι ότι δε με δέχτηκαν όμορφα, εγώ ήμουν πολύ «κλειδωμένος» από την αλλαγή της κατάστασης, με αποτέλεσμα να περάσω από τα 8 μέχρι τα 15 πολύ κλειστός, πολύ ντροπαλός, πολύ συμμαζεμένος. Εγωκεντρικός κατά βάθος, δηλαδή προσπαθούσα να βρω τρόπους για να τραβήξω την προσοχή, αλλά αποτυχημένα.

Τι τρόπους, δηλαδή;
Όταν οι άλλοι άρχισαν το τσιγάρο στο σχολείο, εγώ έσκασα μύτη με τσιμπούκι. Ήμουνα για φάπες. Κι ακόμα είμαι...

Από γκόμενες;

Ήμουνα ερωτευμένος με την Πωλίνα, την οποία ποτέ μου δεν έριξα. Στην Ε' δημοτικού μου έφτιαξε το γιακά και νομίζω πως είχα τον πρώτο μου οργασμό!

Η «εξωτική» καταγωγή σου δεν πρόσθετε κάτι στην όποια γοητεία σου;
Μπορεί να ήρθαμε από την Ελβετία, αλλά δεν ήρθαμε και ματσωμένοι.

Δηλαδή, δεν υπάρχει λογαριασμός στην Ελβετία;
Μέχρι κάποια ηλικία, εκεί 8 με 10, νόμιζα ότι είχαμε πολλά λεφτά και ότι απλά ο πατέρας μου προσπαθούσε να με μάθει σε έναν πιο συντηρητικό τρόπο ζωής.

Τι ονειρευόσουν να γίνεις;
Ο πατέρας μου με είχε πείσει πως γιατρός και δικηγόρος δεν επρόκειτο να γίνω με τα μυαλά που κουβαλάω. Οπότε, σκέφτηκε «Ποιος είναι αυτός που τα παίρνει χωρίς να κάνει πολλά πράγματα;» και αποφάσισε να με κάνει λογιστή.

Τα μαλλιά σου πώς ήταν τότε;

Περισσότερα σίγουρα απ’ ό,τι είναι τώρα. Στυλ «Λούκι Λουκ», χωρίστρα στην άκρη με φράντζα.

Ο πατέρας σου έλεγε «λογιστής». Εσύ;

Στην Α’ λυκείου κόπηκα στα αρχαία κι έτσι πήρα μεταγραφή στον Ευκλείδη, ένα ιστορικό σχολείο της Θεσσαλονίκης, για να ακολουθήσω τα βήματα του μεγάλου μου αδελφού και να γίνω ηλεκτρονικός. Εκεί άρχισα να αλλάζω παρέες και μου δόθηκε η ευκαιρία να «ξαναφτιάξω» τον εαυτό μου από την αρχή. Άρχισα να συχνάζω στην Πλατεία Ναβαρίνου, έναν πολυσυλλεκτικό χώρο όπου οποιοσδήποτε γινόταν αποδεκτός. Ήταν μια περίεργη κατάσταση, λίγο παρακμιακή, λίγο γουντστοκική.

Είχες τότε οικονομική άνεση;

Είχα συνήθως 35 δραχμές. Με το μαθητικό εισιτήριο κατεβαίναμε από την Τούμπα στο κέντρο και μετά, για να γυρίσουμε στο σπίτι, ή το παίρναμε ποδαράτα ή περιμέναμε το πρώτο λεωφορείο στις έξι ή κάναμε τράκα από τους περαστικούς μπας και τσιμπήσουμε κάνα φράγκο για ταξί. Συνήθως τα ξοδεύαμε σε ρετσίνες ή τσιγάρα.

Τα πρώτα σου λεφτά πώς τα έβγαλες;
Η πρώτη μου δουλειά ήταν όποτε έβρισκα σε θυροτηλέφωνο το αυτοκόλλητο ενός κλειδαρά να κολλάω από πάνω αυτό του δικού μου κλειδαρά. Μετά ντιλίβερι.

Με δικό σου παπί;
Όχι, με το παπί της πιτσαρίας. Pizza Famiglia, στην Μπότσαρη! Μετά έβγαλα τόσα λεφτά, που το αγόρασα το παπί.

Ετών τότε;

Δεκαεφτά ήμουν. Παράλληλα είχα αρχίσει να εξασκώ και το τραγούδι.

Στο μπάνιο;

Όχι, σε μαγαζί κανονικά. Με μαζέψανε από την Πλατεία Ναυαρίνου. Μαζευόμασταν, βγάζαμε κιθάρες, παίζαμε... Το αντίστοιχο Fame Story της εποχής. Ήρθε ο Γιώργος Γκάγκας, ένας μύθος ανάμεσα στους μουσικούς της Θεσσαλονίκης –κυκλοφορεί και με το ψευδώνυμο «Φρανσουά»–, ο γαμάτος κιθαρίστας, και με μάζεψε. Μου λέει: «Θέλεις να βγάζεις 800 χιλιάρικα το μήνα;» – δεν είχε το Θεό του ο τύπος. Του λέω: «Εμένα στα παλιά μου τα παπούτσια τα λεφτά, για... την τέχνη τα κάνω όλα» [γελάει]. Μου λέει: «Άμα θέλεις, αύριο έχουμε στο σπίτι μου πρόβα, οχτώ η ώρα ακριβώς» – πολύ ψαρωτικός. Σκάω εγώ την επόμενη μέρα με την κιθάρα μου και αρχίζουν να γελάνε. «Έφερες και κιθάρα; Θα μας παίξεις κιόλας;». Πιάνω τελικά δουλειά στο Εν Ελλάδι, τα 800 χιλιάρικα γίνανε ένα πεντοχίλιαρο την ημέρα, που το μοιραζόμουνα με μια άλλη τραγουδίστρια. Με απολύσανε μετά από μία εβδομάδα γιατί ήμουν απαίσιος!

Ως χαρακτήρας;

Όχι, ο καλός μου ο χαρακτήρας φταίει που με ξαναπροσλάβανε μετά από μία εβδομάδα.

Τον «Φρανσουά» θα τον ευχαριστούσες στα Grammy;

Τον αναφέρω σε κάθε συνέντευξή μου. Υπήρξε κάτι σαν μέντορας. Μετά από αυτό γίναμε φίλοι. Ακόμη και σήμερα τον βλέπω, πίνουμε τον καφέ μας και λέμε ιστορίες. Ο «Φρανσουά» είναι σαν την ταινία Big Fish: έχει πάντα μια ιστορία που παίζει ανάμεσα στην αλήθεια και την υπερβολή, αλλά την κάνει πάντα τόσο όμορφη. Ποτέ δε θα βαρεθείς να τον ακούς. Ο «Φρανσουά» ήταν ο άνθρωπος που μου έμαθε το «μπλα μπλα» με τις γκόμενες, αν και νομίζω πως ακόμα δεν έχω βελτιωθεί.


Τι μουσική άκουγες τότε και τι τραγουδούσες;
Πάρα πολύ Σιδηρόπουλο, Σαββόπουλο, Παπακωνσταντίνου, Κατσιμίχα, Υπόγεια Ρεύματα... ελληνικό ροκ.

Τους Θεσσαλονικιούς;

Ναι, Τρύπες. Μετά όμως από τα Ξύλινα Σπαθιά κάτι έγινε, σαν να ταρακουνήθηκε το σύμπαν, και η Θεσσαλονίκη το γύρισε στο λαϊκό. Σαν να μην μπορούσε να απορροφήσει τα ίδια της τα παιδιά, γι’ αυτό και άρχισε η μετακίνηση προς την Αθήνα. Αυτό με έκανε κι εμένα να κατέβω. Από την άλλη, αισθάνομαι ότι αυτοί που το ξεκίνησαν και έμειναν στη Θεσσαλονίκη έχουν μια δόση μαγκιάς πιο πολύ από εμένα. Δεν ξέρω αν ήταν οι συγκυρίες ή το πείσμα που τους κράτησε, αλλά τους βγάζω το καπέλο.

Τι προσλαμβάνουσες είχες τότε; Πολιτικά ανήκες κάπου; Υπαρξιακά σε έτσουζε, για παράδειγμα, η μοναξιά, η αδικία, η αποξένωση;
Η Ναυαρίνου ήταν ένας χώρος συγκέντρωσης ατόμων διάφορων ηλικιών, πεποιθήσεων, θρησκευμάτων, οικονομικών και κοινωνικών θέσεων. Όμως, όποιος κι αν ήσουν, γινόσουν αποδεκτός. Οπότε, αυτό από μόνο του δημιουργούσε μια αίσθηση αριστερίστικη. Δεν ξέρω, κομμουνιστική, αναρχική;

Είχες τέτοιες απόψεις;

Λόγω της οικονομικής κατάστασης της οικογένειας, δεν ήμουν καπιταλιστής – δεν είχα τα λεφτά. Ήξερα ότι τείνω προς την Αριστερά. Το πρώτο συναίσθημα που βίωσα σ’ αυτόν το χώρο ήταν η αποδοχή. Όταν μπήκαν τα κόμματα μέσα, άρχισα να διακρίνω μια περίεργη αίσθηση «αν δεν είσαι μαζί μας, είσαι με τους άλλους». Όπως τελειώνει το κείμενο του Χάντερ Τόμσον στο Φόβος και παράνοια στο Λας Βέγκας, «καβαλούσαμε την κορυφή ενός ψηλού κύματος και πηγαίναμε». Και τώρα, 15 χρόνια αργότερα, αν ανέβεις στο Χορτιάτη και κοιτάξεις προς το Λευκό Πύργο, μπορείς να δεις στην αποβάθρα το σημάδι που άφησε το κύμα όταν τελικά ξέσπασε και κύλησε προς τα πίσω.

Σε έχει ακουμπήσει η κρίση;
Ποτέ δεν ήμουν ο άνθρωπος που είχε ποντάρει σε μια σίγουρη ζωή, με μια σίγουρη δουλειά, ένα σίγουρο μέλλον και μια σίγουρη σύνταξη, ώστε να πω ότι μου χάλασε το σχέδιο. Εντάξει, αισθάνομαι λίγο μαλάκας, όπως οι περισσότεροι, με τις φράσεις «μαζί τα φάγαμε».

Καλλιτεχνικά έχεις μπει πλέον σε ένα δρόμο; Έχει αρχίσει να ξεκαθαρίζει το μέλλον;

Ακόμη ψάχνω ποιο θα είναι το επόμενο πράγμα που θα κάνω, τι είναι αυτό που θα με γεμίσει, τι καινούριο μπορώ να κάνω. Ποτέ δεν έχω αρκεστεί σε ένα μόνο πράγμα, δηλαδή να τραγουδάω μόνο ή μόνο να γράφω τραγούδια ή μόνο να παίζω σε σίριαλ ή μόνο σε θέατρο. Θέλω να έχω ένα challenge, ένα στόχο.

Ο οποίος ποιος μπορεί να είναι;

Να γράψω το καινούριο Imagine, να γράψω ένα μιούζικαλ ή μουσική για μια θεατρική παράσταση.

Για την υστεροφημία σου;

Όχι, για τη ματαιοδοξία μου. Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, όπου κανείς μας δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την ασημαντότητά του.

Πιστεύεις κάπου;
Πρόσφατα σκεφτόμουν πως υπάρχει μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων που δηλώνουν άθεοι και, εκτός από όσους το έχουν σκεφτεί σοβαρά, οι περισσότεροι το κάνουν επειδή είναι «τσατισμένοι» με το Θεό. Πιστεύω, πάντως, πως κάτι υπάρχει.

Ξεκίνησες να τραγουδάς ροκ τραγούδια άλλων. Πώς πέρασες στη σύνθεση, στη στιχουργική, στην ηθοποιία; Γνώρισες τους κατάλληλους ανθρώπους;
Ποτέ δεν ήταν κάτι που δεν το ήθελα και προέκυψε. Ήταν πάντοτε πράγματα που υπήρχαν στο υποσυνείδητό μου, ένα τεράστιο «θέλω» ίσως. Η υποκριτική προέκυψε από τη θεατρικότητα που είχα πάνω στη σκηνή, η οποία με πήρε από τη μουσική σκηνή και με οδήγησε στο θέατρο, στους Ήρωες. Από εκεί προέκυψαν οι Singles, μετά ήρθε ο Χριστόφορος (σ.σ. Παπακαλιάτης), αλλά νομίζω ότι όλα ήταν ένα τεράστιο «θέλω». Όταν θέλω κάτι υποσυνείδητα, το κυνηγάω.

Τότε κούρεψες τα μαλλιά σου έτσι;

Τα κούρεψα μόνος μου το 2002, όταν κατέβηκα στην Αθήνα. Δεν είχα τι να κάνω και... (σ.σ. ακουμπάει τον αντίχειρα του στο μέσο του κεφαλιού του, ενώ με το άλλο χέρι «κουρεύει» τις τρίχες δεξιά κι αριστερά). Τώρα με κουρεύει ο Σπύρος Γραμμένος. Τον «έχεις»; «Μαμά, μπαμπά, είμαι κουκουλοφόρος / Μαμά, μπαμπά είμαι κακό παιδί». Είναι κομμωτής ο Σπύρος, εκτός από τραγουδοποιός.

Έχεις εδραιώσει πλέον την επικοινωνία με το κοινό; Έχεις διαμορφώσει το δικό σου;

Βλέπω αποδοχή. Τώρα είμαι στο στάδιο που προσπαθώ να το κάνω πιο ενδιαφέρον από άποψη επαγγελματισμού. Να παντρέψω το χύμα με την ποιότητα και να βγάλω ένα θέαμα που να το βλέπει ο άλλος, να το ευχαριστιέται, να μοιράζεται κάτι μαζί μου: ένα στίχο, ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο, ένα χειροκρότημα... Γίνονται όμως και περίεργα πράγματα. Στη Ρόδο, για παράδειγμα, τελειώνοντας το πρόγραμμα –ήταν ένα γεμάτο μαγαζί με πολύ ωραία ενέργεια από κάτω–, λέω: «Πάμε να πιούμε ένα σφηνάκι στο μπαρ». Δεν προλαβαίνω να φτάσω στο μπαρ και αρχίζει ο κόσμος να μου ζητάει να βγούμε φωτογραφία. «Ναι, παιδιά, αλλά ας πούμε και μια κουβέντα πρώτα». Όταν τέλειωσαν οι φωτογραφίες, το μαγαζί άδειασε και το σφηνάκι το ήπια μόνος.

Όταν σου τηλεφώνησα για να σου ζητήσω συνέντευξη, μου είπες πως από τα 13 σου περίμενες αυτό το τηλεφώνημα. Πότε πρωτοαγόρασες Playboy και τι θυμάσαι;
Θυμάμαι χαρακτηριστικά το τεύχος με τον Μπονάτσο.

Τόσες ωραίες γυναίκες κι εσύ θυμάσαι ένα από τα λίγα εξώφυλλα με άντρα;

Οι όμορφες γυναίκες όλες λίγο πολύ μοιάζουν. Είναι σαν τους Κινέζους, σαν τον Τσάκι Τσαν. Βέβαια, η Μαρία (σ.σ. Σολωμού) εκεί διαφέρει...

Με τη Μαρία Σολωμού πώς ισορροπείτε; Έχετε το χώρο και το χρόνο σας;
Όχι, δεν το ζητάμε κιόλας. Με τόσες υποχρεώσεις, στη σχέση μας δημιουργείται από μόνος του ο χώρος και ο χρόνος.

Πώς είναι η καθημερινότητά σου όταν δεν έχεις υποχρεώσεις;
Πάω για καφέ με κανένα φίλο. Μου αρέσει να είναι δύο άτομα στην παρέα, τρία το πολύ. Μετά χάνεται η επικοινωνία. Επειδή ο χρόνος είναι περιορισμένος, μ’ αρέσει να τον «εκμεταλλεύομαι» για μια συζήτηση, ανταλλαγή απόψεων. Κατά τα άλλα, μου αρέσει πολύ να παίζω PlayStation...

Αγαπημένο παιχνίδι;

Τώρα τελευταία παίζω Fallout 3, ένα περίεργο όπου χάνεσαι.

Προτιμάς το σπίτι ή το να βγαίνεις έξω;

Μου αρέσει το σπίτι, μου προσφέρει ένα tranquility.

Στο δικό σου;

Ναι, ένα μικρό είναι, 36 τετραγωνικά. Μια χαρά.

Καλοφτιαγμένο;
Όχι πολύ, αλλά έχω ταράτσα. Έχω πολύ ωραία θέα.

Φαγητό έξω;
Μένω στο Χαλάνδρι, που είναι η περιοχή με τα πιο πολλά εστιατόρια. Γουστάρω πάρα πολύ το Βραστό όταν θέλω να φάω κάτι για να ηρεμήσω το στομάχι μου.

Μαγειρεύεις;

Μόνο τοστιέρα έχω σπίτι μου... Απλά τώρα τελευταία ανακάλυψα πως μπορώ να ψήσω και μπριζόλα εκεί μέσα!

Σήμερα τι μουσική ακούς;

Πέρασα ένα χρόνο ακούγοντας φανατικά Cake – πολύ μ’ αρέσει αυτό το συγκρότημα. Μ’ αρέσει και ο Eminem και ο Robbie Williams. Συνεχίζω να ακούω Elvis και Frank Sinatra. Από ελληνικά μου αρέσει πολύ η νέα γενιά, δηλαδή ο Μπαλάφας, ο Μυλωνάς...


Η δημοσιότητα σε ξενίζει, το να δίνεις, για παράδειγμα, συνεντεύξεις, ή αποτελεί πλέον μέρος της καθημερινότητάς σου;
Οι συνεντεύξεις σκάνε κατά καιρούς. Δηλαδή είχα πολύ καιρό να δώσω συνέντευξη και τώρα ξαφνικά λόγω του δίσκου, λόγω του Φίλα με ακόμα, έχουν αρχίσει να έρχονται συνεντεύξεις και κάποια στιγμή λες τα ίδια και τα ίδια. Βαριέσαι λίγο τον εαυτό σου, αυτολογοκρίνεσαι. Αισθάνεσαι «παιδιά, δεν έχω να πω τίποτε καινούριο».

Αν δεν κάνω λάθος, μετά από πέντε χρόνια κυκλοφορείς καινούρια δουλειά και με ένα τραγούδι που γνωρίζει ήδη μεγάλη επιτυχία...
Δεν έχει πολύ αισιόδοξο στίχο; Όταν λένε πως ο καθένας βρίσκει ένα τραγούδι να τον εκφράζει σε μια δεδομένη κατάσταση στην ελληνική δισκογραφία, εγώ το βρήκα στην ιταλική. Δεν ήθελα να γράψω «σ’ αγαπώ, μ’ αγαπάς»...

Μίλησέ μου για τον καινούριο σου δίσκο.
Ο Ιπτάμενος δίσκος. Αυτό. Να πάτε να τον αγοράσετε και να τον κρίνετε.

Δεν είναι όμως ένα θέμα σε περίοδο κρίσης και σε μια γενιά που έχει συνηθίσει να «κατεβάζει» να ζητάς να τον αγοράσουν;
Θα παρακαλούσα τον άνθρωπο που θα τον «ανεβάσει» να βάλει μέσα και το εξώφυλλο – είναι συνολική δουλειά. Έχει πέσει πολλή αγάπη και πολλή μελέτη στο artwork του δίσκου. Δεν είναι μόνο το ηχητικό αποτέλεσμα, είναι και το γραφιστικό, είναι και τα credits των μουσικών.

Συμφωνώ και επαυξάνω. Το CD όταν το αγοράζεις έχει άλλη γοητεία. Εκτός από τα τραγούδια, είναι και η μυρωδιά του, ο θόρυβος που κάνει η ζελατίνα όταν σκίζεται... Έχει μια ιεροτελεστία η ακρόασή του, που δεν την έχει ένα ηλεκτρονικό αρχείο.
Σ’ ευχαριστώ πολύ.

 

*Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2011 στο τεύχος 185

Sitemap    Top Εγγραφή| Είσοδος Playboy Worldwide