Δεκέμβριος (Τεύχος 225)
Community
wootafak
crazy58
juampy
ktsap66
boy75
Jumpertime
proestakis
s0bak0v0d
chtsip
CHRIS FOUNTIS
Nikosng
FUNEC
ANGEL9999
Horsepower
wapaul
Στάθης
mariossima
enzo21
STELIO64
thomas59
aris1971
kritonxan
Σύνολο μελών: 5765 | Εγγραφή
Γιάννης Σμαραγδής
Bookmark and Share
31/08/2011
Γιάννης Σμαραγδής

Ο νέος σας ήρωας, ο Βαρβάκης, και παράνομος υπήρξε και έμπορος και πατριώτης – κάπως σαν τους νεοέλληνες. Είναι διαχρονικά αυτά τα στοιχεία για τους Έλληνες;
Είμαστε διαχρονικά όντα οι Έλληνες, με τις ίδιες αρχές από τότε που εμφανίστηκε ο δρων ελληνικός πολιτισμός. Ίδιοι ακριβώς είμαστε, έχουμε τα ίδια προτερήματα και τα ίδια ελαττώματα. Δεν έχουμε αλλάξει καθόλου. Ανάλογα με τη στιγμή, οι άνθρωποι συμπεριφέρονται προς τη μία ή προς την άλλη κατεύθυνση.

Σήμερα, όμως, δεν έχουμε αλλοτριωθεί περισσότερο;
Έχουμε περάσει στην περίοδο του Ελπήνορα, ενός συντρόφου του Οδυσσέα, που το μόνο που τον απασχολούσε, ενώ οι άλλοι αγωνιούσαν να επιστρέψουν στην ανώτερη πατρίδα, ήταν να μπεκρουλιάζει ή να τρώει – ήταν ένα κοπρόσκυλο, που δεν είχε καμία από τις ιδιότητες των άλλων. Αυτή τη φάση περνάει ο Έλληνας σήμερα, του Ελπήνορα, που έχει παραφάει, παραπιεί. Πρέπει να πεθάνει αυτός ο Έλληνας για να αναστηθεί ο «άλλος»: ο Έλληνας του οραματιστή, του ανθρώπου που κάνει τη μεγάλη διαδρομή –όπως ήταν ο Οδυσσέας– και με έναν ανώτερο σκοπό.

Και ποιος μπορεί να είναι ο σκοπός σήμερα;
Να ξαναγίνουμε αυτό που έπρεπε να είμαστε.

Τι εννοείτε;
Να αγαπάμε τους άλλους σαν τον εαυτό μας, να ξαναγίνουμε ομάδα.

Μα και στην αρχαιότητα δεν ήμαστε χωρισμένοι σε πόλεις-κράτη;

Όταν αυτό δούλευε θετικά, η Ελλάδα ήταν μεγάλη. Γι’ αυτό και πολύ σωστά ο Καβάφης καταγγέλλει τους Λακεδαιμόνιους που δεν μπήκαν στη μεγάλη ομάδα του Μεγάλου Αλεξάνδρου: «Και την κοινήν ελληνική λαλιά / ως μέσα στην Βακτριανή την πήγαμε, ως τους Ινδούς. / Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!». Εγώ λέω αυτό: δεν μπορεί να μιλάμε για Λακεδαιμόνιους. Πρέπει η άλλη πλευρά να είμαστε η πλειοψηφία και έχουν γίνει πλειοψηφία οι Λακεδαιμόνιοι – τον εαυτό τους, το δικό τους το συμφέρον, αγνοώντας τους άλλους. Αυτό δεν οδήγησε ποτέ την Ελλάδα σε καλό δρόμο.

Οι μεγάλοι «εθνικοί ευεργέτες» εξαφανίστηκαν από τον τόπο μας στις αρχές του 20ού αιώνα. Έκτοτε, βέβαια, πολύ πλούσιοι  Έλληνες άφησαν φιλανθρωπικό έργο. Ωστόσο, ο Ωνάσης, π.χ., δεν μπορεί να μπει ισότιμα δίπλα στον Ζάππα ή στους Ζωσιμάδες...
Έτσι είναι. Καλά κάνατε και αναφέρατε τους Ζωσιμάδες. Είναι το ακραίο παράδειγμα της απόλυτης ευεργεσίας. Οι αδελφοί αυτοί, που έκαναν μεγάλη περιουσία στη Μόσχα, δεν παντρεύτηκαν για να μη χαθούν λεφτά και να πάνε όλα στην πατρίδα. Από την άλλη μεριά, υπήρξαν ευεργέτες –από ένα σημείο και μετά, γιατί στην περίοδο της Επανάστασης όλοι οι Έλληνες του εξωτερικού το έκαναν για να ελευθερωθεί η πατρίδα, ανάμεσα σε αυτούς και ο Βαρβάκης– που έπαιρναν για να δώσουν, δεν ήταν ανιδιοτελείς. Ο Βαρβάκης ήταν ανιδιοτελής.

Δεν μπαίνει και σήμερα ζήτημα να «ελευθερωθεί» η πατρίδα μας;
Τώρα περισσότερο από πριν.

Το θέμα πάντως του «εθνικού ευεργέτη» το βλέπω να επανέρχεται στη μητρόπολη του καπιταλισμού, τις ΗΠΑ.
Μπράβο, ο Μπιλ Γκέιτς...

Ο Μπιλ Γκέιτς, ο Γουόρεν Μπάφετ και κάποιοι άλλοι έχουν δεσμευτεί να αφήσουν το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας τους σε ίδρυμα για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Στην Ελλάδα δε βλέπουμε κάποια αντίστοιχη κίνηση. Σήμερα βιώνουμε μια «κατοχή» η οποία είναι οικονομική, αν και υπάρχουν πλούσιοι Έλληνες που θα μπορούσαν να πάρουν στην «πλάτη» τους την πατρίδα αυτές τις δύσκολες στιγμές.
Πολύ σωστά το λέτε. Την ίδια απορία έχω κι εγώ. Υπάρχουν και πάλι άνθρωποι που δρουν με γενναιότητα και αφιλοκέρδεια, όμως δεν είναι η γενική τάση. Είναι ωστόσο άδικο, γιατί, όπως πολύ σωστά λέτε, η μητρόπολις των ημερών που ζούμε, η Αμερική –δε θα είναι για πολύ–, βλέπεις ότι κάνει ό,τι έκαναν οι δικοί μας ευεργέτες σε άλλους καιρούς. Είναι άδικο να συμβαίνει αυτό στον τόπο μας, γιατί η χορηγία, δηλαδή τα χρήματα για το κοινό καλό από αυτούς που τα έχουνε, είναι ελληνική υπόθεση, και μάλιστα της αθηναϊκής Δημοκρατίας. Εμένα προσωπικά δε με απασχολεί πολύ όταν βρεθεί κάποιος με πάρα πολλά λεφτά πώς τα βρήκε. Με απασχολεί τι κάνει με αυτά. Γιατί και ο Βαρβάκης πειρατής ήταν. Κούρσευε τούρκικα καράβια.

Πώς επιλέγετε τα πρόσωπα που αποτελούν το θέμα μιας ταινίας σας;

Στην πραγματικότητα δεν επιλέγεις ποτέ. Σου «δίνονται» καθ’ ύπνον ή σ’ τα φέρνει κάποιος ως αγγελιοφόρος, που μπορεί και ο ίδιος να μη γνωρίζει πως αυτό που μεταφέρει είναι το μήνυμα – κυριολεκτώ. Προσωπικά έτσι πορεύτηκα από τότε που κατάλαβα για ποιο λόγο υπάρχω.

Ο Μπουκόφσκι έλεγε ότι οι έκφυλοι έχουν περισσότερο ενδιαφέρον από τους αγίους και ότι του αρέσουν οι απελπισμένοι άνθρωποι, οι άνθρωποι με τα σπασμένα δόντια, τα σπασμένα μυαλά και τους σπασμένους τρόπους. Εσείς θα ασχολιόσασταν με τέτοιους τύπους;
Όχι. Του Μπουκόφσκι του δίνονταν τα πράγματα που του πήγαιναν κι εμένα ίσως τα πράγματα για τα οποία γεννήθηκα. Αυτό βέβαια ισχύει για όλους.

 Όπως ο Βαρβάκης;
Να σας πω πώς προέκυψε ο Βαρβάκης. Ήρθε μια μέρα στο γραφείο μου –λίγο προτού τελειώσουμε τα γυρίσματα του Ελ Γκρέκο– ο Δημήτρης Τζάνας, απόφοιτος της Βαρβακείου Σχολής, και μου ζήτησε να κάνουμε ένα ντοκιμαντέρ για τον Βαρβάκη. Εγώ τότε για τον Βαρβάκη γνώριζα ό,τι ξέρει ο καθένας – ελάχιστα πράγματα. Του είπα πως ετοίμαζα την ταινία και πως δεν μπορούσα να ασχοληθώ. Μετά από δυο τρεις μήνες, όπου υπήρχε μια φάση στην οποία φοβόμουν πως ο Ελ Γκρέκο δε θα γινόταν (σ.σ. δεν μπορούσαν να βρεθούν κάποια χρήματα), σκεφτόμουν πως θα βρισκόμουν στο κενό. Άνοιξα τότε το φάκελο που μου είχε αφήσει να δω τι περιέχει. Έμεινα άναυδος και κατάλαβα πως μου «χαρίστηκε». Αποφάσισα –ανεξάρτητα από το τι θα γινόταν με τον Γκρέκο– το επόμενο θέμα να είναι αυτός.


Και η σκηνοθεσία έτσι σας προέκυψε;

Από 8 χρονών ήξερα τι θα κάνω. Επειδή δε θέλω να τα λέω μισά –και ας παρεξηγηθώ γι’ αυτό που θα πω–, από 3-4 χρονών κάποιοι ήξεραν αυτό που θα έκανα. Όταν ήμουν σ’ αυτή την ηλικία, είχε περάσει από το χωριό μου, τις Γωνιές Μαλεβιζίου στην Κρήτη, κάποιος που πουλούσε ευτελή εικονισματάκια. Ήμαστε καμιά σαρανταριά ταλαιπωρημένα παιδιά και παίζαμε. Με έδειξε και ρώτησε: «Τίνος είναι αυτός;». «Ο πατέρας του είναι στην εξορία και η μητέρα του μένει εκεί». Πήγε στη μάνα μου και της περιέγραψε όλα αυτά που συνέβησαν μετά... Η μάνα μου αυτό μου το είπε όταν είχα πλέον κατασταλάξει, μετά τα τριάντα μου. Το είχε αναφέρει στις φίλες της ως αξιοπερίεργο.

Είχατε κάποια σχέση με τον κινηματογράφο;
Όταν ήμουν 8 χρονών, φύγαμε από το χωριό και κατεβήκαμε στο Ηράκλειο. Το καλοκαίρι βρέθηκα ξαφνικά νύχτα σε ένα χώρο που ήταν έξω από το Ηράκλειο, σχεδόν μέσα στα χωράφια – επρόκειτο για ένα θερινό κινηματογράφο. Εγώ δεν ήξερα τι ήταν αυτό. Είχε μια μάντρα χαμηλή, επλησίασα και είδα στο βάθος κάτι φιγούρες να κινούνται – μια ασπρόμαυρη ταινία, που δε θυμάμαι τον τίτλο της, έπαιζε η Σμαρούλα Γιούλη. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση αυτό το πράγμα! Σήκωσα τα μάτια μου ψηλά και ήταν τ’ αστέρια και μετά τα ξανακατέβασα. Αυτές οι φιγούρες μού φάνηκε πως είχαν σχέση με τον ουρανό, με το σύμπαν. Και είπα: «Αυτό θέλω να κάνω».

Νεαρός δουλέψατε σε φαρμακείο στην Αθήνα. Είχε τεθεί θέμα επιβίωσης, μολονότι προέρχεστε από καλή οικογένεια;
Ο εμφύλιος μας κατέστρεψε, γιατί η οικογένειά μου ανήκε στ’ αριστερά. Ο αδελφός της μάνας μου ήταν καπετάνιος του ΕΛΑΣ – Γιάννης Ποδιάς λεγότανε. Ήταν το κεφάλι που κόπηκε για να σταματήσει ο εμφύλιος. Ο πατέρας μου ανέβηκε στο βουνό με το ΕΑΜ – δε νομίζω όμως ότι ήταν κομμουνιστής, ήταν δημοκράτης.
Πότε συνειδητοποιήσατε ότι ο κινηματογράφος θα αποτελέσει την τέχνη σας;
Ήμουν στο φαρμακείο και «πνιγόμουν». Εκεί ερωτεύθηκα μια κοπέλα που ερχόταν, μια κούκλα – περπατούσε στο δρόμο και έτριζαν οι πλάκες. Γοητεύτηκα και έψαχνα να βρω τρόπους για να την κατακτήσω. Πήγαινα στην Κρήτη και έφερνα κάτι ευτελή μινωικά αντίγραφα – το καλό πράγμα από εκεί που έρχομαι. Έτσι νόμιζα ότι θα έριχνα το κορίτσι... Μια μέρα που κατάφερα να την ξεμοναχιάσω και να πούμε πέντε κουβέντες με ρώτησε: «Τι θα κάνεις στη ζωή σου;». «Θέλω να κάνω κινηματογράφο. Θέλω να γίνω σκηνοθέτης». Με κοίταξε πολύ προσεκτικά –15 χρονών ήταν– και μου είπε: «Σου πάει». Αυτή είναι η γυναίκα μου και είμαστε από τότε μαζί, 45 χρόνια...

Iσχύει δηλαδή το ότι πίσω από έναν επιτυχημένο άντρα κρύβεται μια γυναίκα...

Απολύτως. Στη συνέχεια έφυγα για το Παρίσι και μετά ήρθε η Ελένη (σ.σ. η σύζυγός του). Εγώ τελείωσα το 1975 τη Βενσέν (σ.σ. ένα «αιρετικό» παρισινό πανεπιστήμιο, που ιδρύθηκε μετά το Μάη του ’68) και η γυναίκα μου έμεινε άλλον ένα χρόνο. Τέλειωσε Lettres Modernes και μετά έκανε στη Σορβόνη ένα μεταπτυχιακό, που το πήρε με άριστα. Η γυναίκα μου είναι πιο σοβαρός άνθρωπος από εμένα...

Με τη σύζυγό σας είστε σχεδόν μισό αιώνα μαζί. Με δεδομένο ότι τα ζευγάρια σήμερα χωρίζουν νωρίς, ποιες είναι οι ισορροπίες που σας κρατούν μαζί;
Η γυναίκα μου είναι ένα ανώτερο πλάσμα, γιατί ενώ οι σπουδές της ήταν ανώτερες από τις δικές μου, έκανε πίσω για να πάω εγώ μπροστά. Πίστευε πως αυτό που εγώ μπορούσα να κάνω ήταν πιο χρήσιμο από αυτό που μπορούσε να κάνει η ίδια και έβαλε πλάτες. Ένα από τα ωραιότερα πράγματα που έχουν συμβεί στη ζωή μου ήταν όταν η Ελένη αποφάσισε, κατά τη διάρκεια της ταινίας (σ.σ. Ελ Γκρέκο), να κάνει ένα λεύκωμα για την ταινία και τα εκθέματα της ταινίας –οι αναπαραγωγές των πινάκων και όλα τα πράγματα– να αποτελέσουν το θέμα ενός μουσείου, το οποίο έγινε στο Ηράκλειο. Όταν είδα το λεύκωμα, είπα – και το πιστεύω: «Είναι καλύτερο το βιβλίο από την ταινία».

Επιστρέψατε στην Ελλάδα σκηνοθέτης, με σπουδές σκηνοθέτη, για την ακρίβεια. Η αρχή ήταν δύσκολη;
Από τη στιγμή που είδα πως αυτό είναι για μένα έγινα πολύ θρασύς. Ήρθα με δανεικά από το Παρίσι στην Αθήνα και το καλοκαίρι γύρισα μια ταινία. Η πίστη τα κάνει τα πράγματα. Η πίστη μετακινεί βουνά και βρίσκει και χρήματα.

Η κρίση που έχει ξεσπάσει σας αγχώνει επαγγελματικά;
Όχι. Αν δε βρεθούν τα λεφτά από την Ελλάδα, θα βρεθούν από το εξωτερικό. Θα είναι όμως πάλι άδικο η Ελλάδα να μη στηρίξει αυτή την ταινία, που από τη Sony έχει διεθνή διανομή –που δεν το έχει πάρει καμία άλλη ελληνική ταινία ποτέ– και είναι αυτόματα διεθνές προϊόν. Αφού είναι επενδυτικό προϊόν, γιατί να μη βρεθούν τα χρήματα; Τα λεφτά, όμως, αν τα βάλουν ξένοι, πάλι οι ξένοι θα τα πάρουν. Η χώρα χρειάζεται ανάπτυξη για να πάει μπροστά. Οι ταινίες που έχουν εξωστρέφεια, που έχουν ένα θέμα που μπορεί να ενδιαφέρει τους ανθρώπους εκτός Ελλάδος, είναι πολιτισμός και χρήματα. Μπορούν να έρθουν χρήματα πολλά. Δεν το λέω μόνο για την ταινία μου Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι, το λέω ευρύτερα.

Πριν από 30-40 χρόνια η Ελλάδα ήταν μόδα κινηματογραφικά. Έρχονταν ξένοι σταρ, γυρίζονταν ταινίες, εξάγαμε τον πολιτισμό, τις ομορφιές, τον τρόπο ζωής και τα προϊόντα μας. Υπήρχε ο Θεοδωράκης, υπήρχε ο Χατζιδάκις... Σήμερα έχουμε κάτι να εξαγάγουμε;
Υπήρχε ο Κακογιάννης... Το σινεμά έκανε τη στροφή. Την ανάπτυξή της αυτή η χώρα την οφείλει σε μια κινηματογραφική ταινία, σε τρεις, για την ακρίβεια. Πρώτα στον Κακογιάννη με τον Ζορμπά, μετά στον Ντασέν με το Ποτέ την Κυριακή και στο Παιδί και το δελφίνι. Τέσσερις, γιατί μετά ήρθαν τα Κανόνια του Ναβαρόνε. Στρέψανε τον κόσμο στην Ελλάδα και έγινε ένας τουριστικός προορισμός. Ο κινηματογράφος είναι η μεγάλη τέχνη των καιρών μας. Είναι η τέχνη που φτιάχνει τους μύθους. Μέσω του κινηματογράφου πουλάνε οι Αμερικανοί τα προϊόντα τους. Αυτή τη δύναμη οι Έλληνες δεν ξέρουν να τη χρησιμοποιήσουν. Εγώ μάλιστα λέω –επειδή η ψυχή μου δεν ξέρω σε ποια από τις επτά ζωές της ενσαρκώνεται τώρα–, αν ο Θεός ή ο ακίνητος κινητής του σύμπαντος, όπως τον λέει ο Πλάτωνας, μπορεί να ακούσει, σκηνοθέτη θα ήθελα να με κάνει και στην επόμενη ενσάρκωσή της.

Στο παρελθόν έχετε σκηνοθετήσει και επιτυχημένες τηλεοπτικές σειρές. Τώρα πλέον γιατί δεν κάνετε τηλεόραση;
Στην τηλεόραση υπάρχει ένας εξαιρετικός σκηνοθέτης και φίλος μου, που τον εκτιμώ πάρα πολύ, ο Κώστας Κουτσομύτης. Καλύπτει ένα κενό... Φέτος εμφανίστηκε μια πάρα πολύ σπουδαία δουλειά από αυτό το νέο παιδί, τον Θοδωρή Παπαδουλάκη, που έκανε το Νησί – ζηλευτή δουλειά ήταν αυτή. Υπάρχουν άνθρωποι που τους αρέσει αυτό το μέσο και κατά καιρούς βλέπουμε πράγματα που σπιθίζουν, που έχουν ένα αισθητικό βάρος, που άνετα θα μπορούσαν να έχουν γίνει και στον κινηματογράφο. Η τηλεόραση όμως έχει αυτό το μειονέκτημα: δύσκολα βγαίνει το έργο εκτός Ελλάδος, σχεδόν ακατόρθωτα. Με γοητεύει το ότι αυτό που θα κάνεις στον κινηματογράφο μπορεί να το δει ένας άνθρωπος σε μια χώρα που δεν τη φαντάζεσαι.

Βιβλία διαβάζετε;
Όχι, τίποτε δε διαβάζω πια... Μόνο ό,τι αφορά τις ταινίες που ετοιμάζω.

Ως Ηρακλειώτης, υποστηρίζετε τον ΟΦΗ ή τον Εργοτέλη;

Όταν ήμουν παιδί 14 χρονών, ήμουν με τον ΟΦΗ. Ποδόσφαιρο παρακολουθώ μόνο στην τηλεόραση. Σήμερα το ποδόσφαιρο είναι μια αρένα όπου πάνε να εκτονωθούν τα βάρβαρα ένστικτα για να λιγοστέψουν οι φόνοι. Το ποδόσφαιρο στην καθημερινότητά του είναι πια μια βαρβαρότητα.

Εσείς πώς είστε στην καθημερινότητά σας;
Έχω ένα ταβάνι, το οποίο κοιτάζω άπειρες ώρες...

Σκεπτόμενος;
Το κοιτάζω, ξέρω κι εγώ; Στο τέλος κουνάει, βλέπω σκιές... Για τεράστιο διάστημα στη ζωή μου διάβαζα, έβλεπα εκθέσεις, ήμουν συνέχεια στα βιβλιοπωλεία, στα μουσεία. Από ένα σημείο και μετά αισθάνθηκα πως οι πληροφορίες δεν πρέπει να έρχονται απέξω, πρέπει να έρχονται από μέσα. Και άρχισα να ανασκάπτομαι...
Στην ουσία, ένας κοσμοκαλόγερος είμαι, μη με βλέπεις τώρα που ήρθα εδώ και φοράω γραβάτα. Όταν βγαίνω έξω, δε βγαίνω λέτσος, αλλά τα καλύτερά μου ρούχα είναι ένα φανελάκι και ένα μαγιό. Στο σπίτι σπάνια βλέπουμε ανθρώπους πια. Έχω την ανάγκη να συγκεντρωθώ, να μετρήσω τις δυνάμεις μου και να μετρήσω τα βήματά μου –όσα μου μένουν–, να τα κάνω σωστά και να τα κάνω χρήσιμα. Άρα, δεν καταναλώνω το χρόνο μου
για μένα.

Ποιο είναι σήμερα το «τρόπαιο» που κυνηγάτε; Το μεγάλο σας όνειρο;
Να κάνω το καθήκον μου. Το όνειρο είναι οι ψυχές που θα δουν τις ταινίες μου να μη θυμούνται ποιος τις έχει κάνει. Θέλω να λένε «τον Γκρέκο» και όχι «τον Γκρέκο του Σμαραγδή». Αυτή είναι η μεγαλύτερη χαρά που μπορεί να πάρει ένας δημιουργός.

Να υποθέσω πως στα όνειρά σας υπάρχει άλλη μια ταινία μετά τον Βαρβάκη;
Έχω άλλες δύο ταινίες στο μυαλό μου, εάν μου δώσει το σύμπαν –ο Θεός;– τις δυνάμεις και το χρόνο να τις κάνω. Αλλά και τώρα που μιλάμε, που δεν έχω κάνει τον Βαρβάκη, που το θέλω πολύ, αν βγω έξω και πάω να περάσω απέναντι και τρέξει μια μοτοσικλέτα και μου δώσει μια και σκάσω κάτω, ένα πράγμα θέλω: να σηκώσω το κεφάλι μου ψηλά και να πω: «Ευχαριστώ για ό,τι έζησα». Έχω μια πληρότητα. Έκανα το καθήκον μου.

Σας εύχομαι πολλές ακόμη ταινίες.

 

*Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 2011 στο τεύχος 184

Sitemap    Top Εγγραφή| Είσοδος Playboy Worldwide